Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Το χρονικό μιας χαμένης ψυχής


 
 Ο Βαγγέλης ήξερε τι ήθελε. Και ήξερε πώς να το πάρει. Απλώς πλησίαζε την κοπελίτσα, έλεγε ένα αστειάκι για να σπάσει τον πάγο, ανέφερε το επάγγελμά του και ύστερα την πήγαινε στο ρετιρέ του για ένα πρώτης τάξεως ξέσκισμα. Και μετά τέλος. Την έστελνε σπιτάκι της, με τα παπούτσια στο χέρι και το σπέρμα να κατρακυλάει στα μπούτια της. Απλά πράγματα.

 Οι γυναίκες, κατά τον Βαγγέλη, ήταν σαν τις μπριζόλες.  Όχι, δεν γαμούσε μπριζόλες, αλλά τις έψηνε, τις έτρωγε, και αφού είχε γλύψει το μεδούλι τις πέταγε στα σκουπίδια. Έτσι έκανε και με τις γυναίκες, τις οποίες έριχνε με χαρακτηριστική ευκολία. Τα λεφτά του βοηθούσαν. Το διαμέρισμα του βοηθούσε. Το αμάξι του βοηθούσε. Διάολε, αυτό το τζιπ ήταν σωστός μουνομαγνήτης! Ναι, ήταν πλούσιος. Ο Βαγγέλης ήταν πιο πλούσιος από όσο θα ‘πρεπε. 

 Όπως έκανε σχεδόν κάθε νύχτα, μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησε για ένα από τα πολλά μπαρ που σύχναζε. Έβρεχε, κι έτσι δυσκολευόταν να δει τον δρόμο. Όμως, βασίστηκε ως συνήθως στο ένστικτο του, το οποίο ποτέ δεν τον προσέδιδε. Ο Βαγγέλης ήταν ένα πλάσμα της συνήθειας. Σπανίως ξέφευγε από το γνώριμο, όσο περιπετειώδης κι αν ήθελε να το παίξει στα μουνάκια, κι όποτε το επιχειρούσε ήταν απλώς μία πράξη εντυπωσιασμού, κάτι το οποίο επίσης συνήθιζε. Ναι, ο Βαγγέλης ήταν όλο φιγούρα, μόστρα, κολόνια και αυτοπεποίθηση.  

 Μπήκε στο μπαρ και κοντοστάθηκε για λίγο. Έπειτα χαμογέλασε λες και έβλεπε κάποιο αόρατο μουνί να ξανοίγεται μπροστά του, έβγαλε το παλτό του και κάθισε σε ένα σκαμπό δίπλα στην μπάρα. Παρήγγειλε ένα ουίσκι με σόδα και έκανε μία γύρα με τα μάτια του, διακριτικά, όλο το μαγαζί. Επικεντρώθηκε στις κοπέλες. Ψηλές, κοντές, χοντρές, λεπτές, όμορφες, άσχημες, μεγάλα βυζιά, μικρά βυζιά, στητοί κώλοι, σάπιοι κώλοι, μικρά μάτια, ορθάνοιχτα μάτια, λερωμένη μάσκαρα, λυπημένο πρόσωπο, χαρτομάντηλα στο τραπέζι, φαινομενικά ευάλωτη.

 Στόχος ελήφθη.

 Πήρε το ποτό του και κάθισε δίπλα της. Είχε ωραίο στήθος, γλυκό πρόσωπο και φαινόταν πληγωμένη. Ό,τι καλύτερο μπορούσε να ζητήσει πέρα από θεραπεία για τον έρπη.

 «Γειά σου.» της είπε, χαμογελώντας. Η φωνή του ήταν βαριά και ακουγόταν σαν να είχε καταπιεί σπασμένο γυαλί.

 «Γειά….» απάντησε εκείνη, χωρίς να χαμογελάσει.

 «Ποιο είναι το όνομά σου;»

«Ιώλη.»

«Ιώλη… Όμορφο, σπάνιο όνομα.»

«Ευχαριστώ.», απάντησε και της ξέφυγε ένα μικρό χαμόγελο.

«Εμένα με λένε Βαγγέλη. Γιατί είσαι τόσο στενοχωρημένη;»

 Η συζήτηση είχε φτάσει στο σημείο όπου εκείνος προσποιούταν ενδιαφέρον, κι εκείνη του έλεγε τα προβλήματά της. Του είπε για τον γκόμενο της που την είχε παρατήσει, για το αφεντικό της που την καταπίεζε και για την μητέρα της που της φερόταν σαν να ήταν έφηβη ακόμα.

 Τίποτα από όλα αυτά δεν τον ένοιαζε. Ενώ εκείνη μιλούσε, εκείνος παρατηρούσε τους θαμώνες του μπαρ με την άκρη του ματιού του. Υπήρχε καλό πράγμα. Νέα, ζουμερά μουνιά. Η καλύτερη από όλες ήταν μία κοκκινομάλλα, η οποία καθόταν με έναν τυπάκο που έπινε συνέχεια. Φαινόταν φτωχομπινές. Η κοκκινομάλλα μιλούσε ακατάπαυστα και ο τύπος έπινε με ρυθμό πυροβόλου. Έμοιαζε λες και έκαναν διαγωνισμό. Ο Βαγγέλης σύγκρινε νοητά τον εαυτό του με τον μπεκρή και αποφάνθηκε πως ήταν δέκα φορές καλύτερος από αυτό το θλιβερό ανθρωπάκι. Αυτή η σκέψη τον καθησύχασε.

 «Να σου πω, ομορφούλα, θες να συνεχίσουμε την κουβέντα μας σπίτι μου;», ψιθύρισε στο αυτί της Ιώλης, ενώ τα δάχτυλα του χάιδεψαν απαλά το μάγουλό της.

 «Εντάξει…», είπε, και στην φωνή της διακρινόταν μία μικρή δόση δισταγμού, αγκαλιασμένη με μία θανατηφόρα αύξηση στο ηθικό της.

 Ο Βαγγέλης την έβαλε μέσα στο αμάξι του και την οδήγησε σπίτι του, όπως τα πουλιά κουβαλούν τα σκουλήκια στην φωλιά τους για να ταΐσουν τα μικρά, πεινασμένα πουλάκια τους. Όμως ο Βαγγέλης είχε μόνο ένα πεινασμένο πουλάκι. Και ήταν μεγάλο.

 Μέσα στο αυτοκίνητο, οι δυό τους παρέμεναν κυρίως σιωπηλοί, με μικρά διαλλείματα ψιλοκουβέντας για τον βροχερό καιρό. Ωστόσο, η σεξουαλική ένταση επικρατούσε στην ατμόσφαιρα. Τα παράθυρα θόλωναν, η βροχή έπεφτε με περισσότερη οργή και η βροντή των κεραυνών ήταν η ηχητική κάλυψη της διαδρομής.

 Έπειτα από λίγο έφτασαν στο σπίτι του και ο Βαγγέλης πάρκαρε, ώστε να ξεδιπλωθεί η τελευταία πράξη του έργου. Είπε στην Ιώλη να προχωρήσει μπροστά, ενώ εκείνος έψαχνε τα κλειδιά του σπιτιού. Εκείνη τον άκουσε, προχώρησε και κοντοστάθηκε μπροστά από την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Μία θλιβερή λάμπα φώτιζε την είσοδο, ενώ το σκοτάδι καταβρόχθιζε τον υπόλοιπο χώρο. Άκουσε τον ήχο ενός μηνύματος στο κινητό της. Το άνοιξε και ενώ το διάβαζε, ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Έκανε λάθος. Την ήθελε πίσω. Την αγαπούσε! 

 Έκανε μία στροφή για να γυρίσει πίσω, όμως κάτι της έκοψε την φόρα. Ένα γυαλιστερό μαχαίρι την αντίκριζε κατάματα. Τα πάντα έμοιαζαν να κινούνται σε αργή κίνηση, κι εκείνη ήθελε να ουρλιάξει, να κλάψει, να τον ρωτήσει «γιατί;» ενώ η λεπίδα καρφωνόταν βίαια στον λαιμό της. Το αίμα την έπνιγε. Πεταγόταν σαν πίδακας, και το ζεστό άγγιγμά του αγκάλιαζε τα πάντα τριγύρω. Οποιαδήποτε κραυγή προσπαθούσε να βγάλει κατέληγε σε μία κόκκινη κόλαση, καθώς το αίμα πεταγόταν ακόμα πιο βίαια και γέμιζε τα πνευμόνια της. Τα πάντα γύριζαν, εκείνη, ο Βαγγέλης, το μαχαίρι, η λάμπα. Μονάχα η γη έμοιαζε να είχε μείνει ακίνητη και να θρηνεί για την τύχη της φτωχής Ιώλης, ενώ εκείνη τελικά αποδέχθηκε την μοίρα της και αφέθηκε στην εξώπορτα του θανάτου.


  Ο Βαγγέλης παρακολουθούσε τις τελευταίες αναπνοές της. Έμοιαζε τόσο ήρεμη. Εκείνος ένιωσε πρωτόγνωρα. Ήταν η πρώτη του φορά. Το έκανε ενστικτωδώς. Ένιωθε παντοδύναμος, λες και είχε ανέβει επίπεδο και δεν άνηκε πια στην ανθρωπότητα, αλλά η ανθρωπότητα άνηκε σε εκείνον. Την παρακολουθούσε βλοσυρός, ενώ αναπαυόταν σε έναν θρόνο από χρυσά σύννεφα. Ένιωθε πως μπορούσε να σκοτώσει αγγέλους. Ένιωθε πως στις φλέβες του δεν έρρεε αίμα, αλλά κάτι ανώτερο. Ίσως νέκταρ και αμβροσία. Δεν ένιωθε άνθρωπος. Ένιωθε θεός!

 Έβγαλε αργά το μαχαίρι από τον λαιμό της, και το έφερε στο ύψος των ματιών του. Παρακολούθησε το αίμα να στάζει στην γη, σαν να την ποτίζει. Άνοιξε διάπλατα το στόμα του, έβγαλε την γλώσσα του έξω και με την άκρη της, έγλυψε την λάμα του μαχαιριού. Κοίταξε ξανά το πτώμα. Φαινόταν πολύ ειρηνική. Εντελώς ήρεμη.

 Σχεδόν χαρούμενη.

 Έκλεισε τα μάτια του, πήρε μία βαθιά ανάσα και έμπηξε το μαχαίρι μέσα στην καρδιά του.

 Σωριάστηκε αμέσως στο πάτωμα, ο πόνος ήταν ανυπόφορος, αλλά αναγκαίος και περίπου όμορφος. Ενώ ψυχορραγούσε,  πέρασαν πολλές σκέψεις από το μυαλό του. Λίγο προτού πεθάνει έκανε έναν απολογισμό της βραδιάς, όπως έκανε κάθε βράδυ προτού πέσει για ύπνο.

 Σκέφτηκε την κοκκινομάλλα στο μπαρ και τον κακόμοιρο γκόμενο της.

 Ναι, ήταν σίγουρα δέκα φορές καλύτερος από αυτόν τον τύπο.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου