Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Η Παρακμή


 

 Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και μια καλή ιταλική τσόντα. Τα συστατικά για ένα όμορφο μοναχικό βράδυ, συμπυκνωμένα σε μία πρόταση. Ο ρομαντισμός κι η προστυχιά, η αντιφατικότητα της ανθρώπινης φύσης, βρίσκονταν εκείνη την νύχτα στο διαμέρισμά μου.

 Συντροφιά μου, όπως είπα, το μπουκάλι, το οποίο άνοιξα απρόσεκτα, με τα κλασικά κομμάτια φελλού να πέφτουν μέσα στο κρασί. Έπειτα, έβαλα τον δίσκο στο γκρίζο μηχάνημα και το θέαμα ξεκίνησε. Αλκοόλ και απρόσωπο σεξ, η γλυκιά παρακμή της κοινωνίας. Την αγκάλιασα, όπως πάντα.

 Πολλοί πιστεύουν πως οι τσόντες είναι ένα απλό υλικό αυνανισμού, άλλο ένα ερωτικό βοήθημα. Διάολε, ακόμα και οι τσοντοπαραγωγοί τις αντιμετωπίζουν έτσι. Εγώ όμως, τις βλέπω αλλιώς. Διακρίνω μέσα τους μία διεστραμμένη καλλιτεχνικότητα, καθώς περιέχουν όλη την ωμότητα και την βρωμιά της κοινωνίας μας, χωρίς κανένα περιτύλιγμα πολιτισμού. Δεν είναι αισθησιακές ταινίες, είναι κοινωνικές ταινίες.

 Ο ήχος του τηλεφώνου ξεχώρισε ανάμεσα στα βογγητά. Απάντησα, χωρίς να διακόψω την ταινία.

 «Ναι.», είπα αδιάφορα.

«Έλα ρε μαλάκα!», είπε με ενθουσιασμό η Φωνή.

 Έπειτα, η Φωνή μου εξήγησε πως είναι ο Δημήτρης και πως θα ήθελε να πιούμε ένα ποτό μαζί. Φαινόταν καλή ιδέα, κι έτσι του είπα πως θα τον συναντούσα σε ένα μισάωρο στο μπαρ.

 Έβαλα το μαύρο παντελόνι μου, τα μαύρα παπούτσια μου και το μαύρο μπουφάν μου. Βγήκα έξω σαν κρητικός σε πένθος, κι ανακάλυψα πως έβρεχε. Μου αρέσει η βροχή. Έβαλα την κουκούλα μου, άναψα ένα φτηνό τσιγάρο και άρχισα το περπάτημα. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, κι οι δρόμοι ήταν άδειοι. Στα σοκάκια, υπήρχε διάχυτη η αίσθηση της παρακμής, αυτή η αίσθηση που ήθελα τόσο απελπισμένα να γευτώ, να αγκαλιάσω.

 Έφτασα στο μπαρ. Μπήκα μέσα. Όπως πάντα, αυτό το μέρος έζεχνε καπνό. Όπως πάντα, ένιωθα σαν στο σπίτι μου.

 Ο Δημήτρης καθόταν στην μπάρα. Τον ξεχώρισα αμέσως από τους άλλους, λόγω της εμφάνισης του. Είναι σχετικά ψηλός και εύσωμος, ενώ τα μάτια του μοιάζουν με μαύρα κουμπιά. Κάθισα δίπλα του.

 «Έλα.», είπα.

«Έλα.»

«Τι νέα;»
«Τίποτα.», απάντησε βαριεστημένα. «Εσύ;»
«Τίποτα.»

 Η συζήτηση μας ξεχείλιζε ενδιαφέρον. Κοίταξα την σερβιτόρα, και της παρήγγειλα ένα ουίσκι. Το ίδιο έκανε κι ο Δημήτρης. Αυτό το παιδί ήξερε να πίνει. Ρούφηξα το ποτό μου, κι αποφάσισα να ξεκινήσω μια συζήτηση.

 «Ξέρεις, είδα μία ωραία τσόντα σήμερα.»

«Ναι;», είπε, και τα μάτια του άστραψαν.

«Ναι. Ιταλική. Πρώτο πράγμα.»

«Λεσβιακή ή ετεροφυλοφιλική;»
«Κλασικά πράματα, άντρας με γυναίκα. Με καλόγρια, για την ακρίβεια.»

«Σώπα!»

 Η συζήτηση δεν κυλούσε. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Κοίταξα γύρω μου, και είδα μια κοκκινομάλλα να κάθεται μόνη της σε ένα τραπέζι. Φαινόταν μικρή, γύρω στα 20, και είχε κάτι το πρόστυχο πάνω της. Μάλλον το βλέμμα της. Φόραγε μία μαύρη μπλούζα με βαθύ ντεκολτέ, και ένα μίνι σορτσάκι που τόνιζε τα καλοσχηματισμένα πόδια της. Μου άρεσε πολύ.

«Δημήτρη, κοίτα δεξιά! Την κοκκινομάλλα. Όχι την χοντρή ρε μαλάκα, την άλλη!»
«Α, ναι. Καλό καυλάκι.»

«Λες να βάλουμε μπροστά το κόλπο;»

Κάρφωσε με το βλέμμα του το ποτό του και άρχισε να σκέφτεται.

«Χμ… Α, δεν πάει στον διάολο; Γιατί όχι;» ανακοίνωσε με αποφασιστικότητα και σηκώθηκε όρθιος.

 Το κόλπο, βλέπετε, είναι μία τακτική που εφαρμόζαμε συχνά με τον Δημήτρη. Όταν κάποιος από μας ήθελε μία γυναίκα, ο άλλος πήγαινε και της την έπεφτε με τον πιο αισχρό τρόπο. Έπειτα, ο πρώτος εμφανιζόταν και απάλλασσε την όμορφη δεσποσύνη από τον εξαθλιωμένο μεθύστακα και γινόταν ο ήρωας της υπόθεσης. Παίζαμε κι οι δύο πολύ καλά τον ρόλο του έκφυλου μπεκρούλιακα, κυρίως επειδή ήμασταν δύο έκφυλοι μπεκρούλιακες.

 Ο Δημήτρης πλησίασε την κοπέλα, κάθισε δίπλα της και συστήθηκε. Παράγγειλα άλλο ένα σκέτο ουίσκι, και μόλις έφτασε το ήπια μονορούφι. Παρατήρησα πως ο Δημήτρης χασκογελούσε αυτάρεσκα, κι η κοπέλα φαινόταν αμήχανη και ενοχλημένη. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο, έτσι πήρα ένα ακόμη ουίσκι. Αφού το τελείωσα, πήγα προς το μέρος τους για να αρχίσει η αληθινή παράσταση…

 Μόλις με είδε, ο Δημήτρης έβαλε μπρος όλη την διεστραμμένη μεγαλοφυΐα του.


«Λοιπόν, ας μπούμε στο ψητό. Πάμε στην τουαλέτα;», της είπε με μία επιτηδευμένα αηδιαστική χροιά στην φωνή του.

«Τι.. τι να κάνουμε εκεί;»

«Να μου πάρεις μία πίπα.», απάντησε ψυχρά. Σηκώθηκε όρθιος.

«Τι;!»

«Αυτό που άκουσες! ΠΑΡΕ ΜΟΥ ΜΙΑ ΠΙΠΑ!», ούρλιαξε τραβώντας την από το μανίκι.

Αυτό ήταν το σινιάλο για την είσοδό μου. Πλησίασα πιο κοντά στο τραπέζι τους, έπιασα από τον Δημήτρη από τον λαιμό και φώναξα άγρια:
«Απομακρύνσου από την κοπέλα αλλιώς θα σου σπάσω τον λαιμό, μπάσταρδε!»

«Καλά, συγγνώμη φίλε… Μην εξάπτεσαι…»

 Ο Δημήτρης έφυγε με την ουρά κάτω απ’τα σκέλια. Γεννημένος ηθοποιός! Εγώ, από την άλλη, κάθισα δίπλα στην κοπέλα.

«Είσαι καλά;», ρώτησα, προσπαθώντας να προσποιηθώ ενδιαφέρον.

«Ναι. Ευχαριστώ πολύ, ήταν μεγάλος μαλάκας!», είπε κοκκινίζοντας.

 Έβγαλα ένα τσιγάρο απ’το πακέτο. Το χτύπησα πάνω στο τραπέζι για να κατέβει ο καπνός και ύστερα το άναψα. Ρουφηξιά, εισπνοή, εκπνοή. Γλυκιά ρουτίνα.

«Πώς σε λένε;», την ρώτησα.

«Λυδία.»

«Ωραίο όνομα.»

«Εσένα;»

«Γιάννη.»

«Επίσης όμορφο όνομα!»

«Σε παρακαλώ, μην με δουλεύεις. Τα τρία τέταρτα του ανδρικού πληθυσμού της Ελλάδας ονομάζονται Γιάννηδες.», της απάντησα με κυνισμό.

«Ω, συγγνώμη, δεν ήθελα να…»

«Ξέρω, ξέρω. Μην απολογείσαι.»

 Παράγγειλα ξανά ένα ουίσκι, και μόλις έφτασε το κατέβασα αμέσως. Το τέταρτο της βραδιάς.

«Μίλα μου για σένα, Λυδία.»

 Τα ουίσκια άρχισαν να επιδρούν, καθώς χρειάστηκαν δύο προσπάθειες για να πω το όνομά της. Εκείνη άρχισε να μιλάει. Και έπειτα συνέχισε. Και συνέχισε. Και δεν σταματούσε. Θεέ μου, πόση ώρα μιλάει;! Δεν παίρνει ανάσες αυτή η κοπέλα; Πλέον τα λόγια της μοιάζουν με ενοχλητικό θόρυβο.

Και τότε, έκανα το μεγαλύτερο λάθος της βραδιάς.

Πήρα το πέμπτο ουίσκι.

 Μόλις το ήπια, πλησίασα κοντά της. Μιλούσε ακατάπαυστα επί 15 λεπτά. Αποφάσισα να κάνω κάτι γι’αυτό. Την έπιασα από τους ώμους, και την φίλησα βίαια. Τα χείλια μου σφράγισαν τα δικά της, και την ανάγκασαν να κόψει την πάρλα. Εκείνη βέβαια, δεν περίμενε το φιλί, έτσι μου δάγκωσε την γλώσσα δύο φορές. Ελπίζω καταλάθος.

 Το φιλί πρέπει να διήρκησε πολύ ώρα, αν θυμάμαι καλά. Δυστυχώς, σε μία φάση άρχισα να ζαλίζομαι, αλλά δεν την σταμάτησα επειδή φοβόμουν πως θα συνεχίσει τον μονόλογο. Έτσι, έγινε το μοιραίο.

 Ξέρασα μέσα στο στόμα της.

 Ούρλιαξε από αηδία και έμεινα να κοιτάει την μπλούζα της, το σορτσάκι της και τα υπέροχα πόδια της, γεμάτα ξερατά που βρωμούσαν χειρότερα από σκατά. Ύστερα άρχισε να με βρίζει. Σύμφωνα με τα λόγια της, ήμουν αηδιαστικός, απαίσιος, αισχρός, σιχαμερός! Δεν είχε κι άδικο. Σηκώθηκα, ενώ εκείνη ακόμη με έλουζε βρισιές, και πήγα στην τουαλέτα να πλυθώ. Αφού βγήκα, πήρα το μπουφάν μου και τα τσιγάρα μου, σκούντηξα τον Δημήτρη, πληρώσαμε και φύγαμε.  Δεν χαιρέτησα την Λυδία. Δεν την ξανασυνάντησα ποτέ.

 Όπως περπατούσαμε προς το σπίτι μου, ο Δημήτρης μίλαγε για το περιστατικό. Δεν τον άκουγα. Σκεφτόμουν το μεθύσι, τα τσιγάρα, τον αλκοολισμό, τον καρκίνο, τις γυναίκες, την άρρωστη μητέρα μου και τον θάνατο.

Ύστερα, άναψα άλλο ένα τσιγάρο. Ρουφηξιά, εισπνοή, εκπνοή. Η ίδια γλυκιά, θανατηφόρα ρουτίνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου