Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Η Αφροδίτη


 Τα βράδια που με βρίσκουν να πίνω ουίσκι στην σκοτεινιά του δωματίου μου, παρέα με τις γκρίζες τρίχες και τις τύψεις μου, είναι τα ίδια βράδια που βρίσκω τον εαυτό μου να αναπολεί. Ξεψαχνίζει τις αναμνήσεις, και κάπου εκεί, ξεθάβει την εικόνα της Αφροδίτης.

 Το αλκοόλ δεν κατάφερε να σβήσει την μνήμη της πρώτης γνωριμίας μας.  Θυμάμαι, πρέπει να ήμουν περίπου δεκατεσσάρων χρονών, μέσα στην ορμή της εφηβείας, όταν την γνώρισα. Θυμάμαι. Ήμασταν συνομήλικοι. Η εμφάνισή της ήταν κάτι παραπάνω από όμορφη, όμως αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ιστορία μας. Καθόμασταν σε μία καφετέρια. Τριγύρω μας κοινοί γνωστοί, μιλούσαν για διάφορα θέματα, κάπου-κάπου συμμετείχαμε, όμως μεταξύ μας κυριαρχούσε σιωπή.  Είχα αγοράσει καινούργια παπούτσια, την θυμάμαι να ψάχνει  αδιάκριτα την σακούλα που μου είχαν δώσει από το μαγαζί, γεμάτη ενέργεια και αυθάδεια. Γεμάτη πάθος. Γεμάτη ζωή.

 Είχαμε ανταλλάξει ονόματα και αριθμούς, όμως παραμέναμε ξένοι. Τότε είχε ακόμα διαφορετικό στυλ, πιο κυριλέ, φαινόταν πως προσπαθούσε. Όμως κάτι μου είχε κάνει εντύπωση. Δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν, ούτε τώρα μπορώ, και φαντάζομαι πως δεν είναι ένα απλό κενό μνήμης. Η Αφροδίτη είχε μία θολή γοητεία.

 Πολλές φορές είχαμε κάτσει μαζί, είχαμε μιλήσει, είχαμε γελάσει. Θυμάμαι το χαμόγελο της. Πάντα τόσο προσγειωμένο, τόσο ανθρώπινο. Μα πάντα φαινόταν σαν να προσπαθούσε κάτι να κρύψει.

 Με το πέρασμα του χρόνου, μιλούσαμε όλο και περισσότερο και η παρέα μας είχε δέσει. Τα καλοκαίρια πίναμε τσιγάρα στις παραλίες, ενώ συζητούσαμε για τις σχέσεις, την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και την ζωή. Ήξερε να εκφράζεται, μπορούσε να μεταδώσει το μήνυμα που ήθελε χωρίς να σε κουράζει.

Λίγοι άνθρωποι έχουν αυτή την ικανότητα. Ακόμα και τώρα, με τις αλυσίδες του χρόνου να με βαραίνουν και να παριστάνουν τις «εμπειρίες», δεν μπορώ να πω πως έχω γνωρίσει άτομα με παρόμοια μεταδοτικότητα.  Φυσικά, τα τελευταία χρόνια οι καινούριες μου γνωριμίες έχουν ελαχιστοποιηθεί, γεγονός χαροποιητικό. Τέλος πάντων, πίσω στην Αφροδίτη.

 Λοιπόν, αυτή η κοπέλα είχε μία διαφορετική «αύρα», αν θέλετε. Δεν σκεφτόμουν να την πηδήξω. Δεν προσπαθούσα να την εντυπωσιάσω. Ήμουν συνεχώς ο εαυτός μου, κι εκείνη το ίδιο. Απλώς παρακολουθούσα την μοίρα να υφαίνει τον ιστό της και την Αφροδίτη να περιστρέφεται γύρω από αλκοολικούς γκόμενους, καθησυχαστικά ναρκωτικά και κακές επιλογές. Διαρκώς αναρωτιόμουν πότε θα έβρισκε αυτό που αναζητούσε. Διότι μέσα στα ξενύχτια, στα γλέντια, στους χορούς, στα τσιγάρα, στα ξύδια, στις σκόνες και στα βιβλία, η Αφροδίτη έψαχνε ένα πράγμα. Την εσωτερική ειρήνη.

  Ώρες-ώρες ένιωθα πως ήμουν ο μοναδικός που μπορούσε να την κατανοήσει, και τότε με πλημμύριζαν ενοχές για την παθητική μου στάση. Όμως, ήξερα πως η Αφροδίτη δεν θα δεχόταν ποτέ βοήθεια, ποτέ ελεημοσύνη. Πάντα στεκόταν στα πόδια της και δεν χρειαζόταν κανένα. Ανεξάρτητη, δυνατή, αδιάφορη προς όλες τις πουστιές που της έπαιζε το σύμπαν.

 Ήμασταν καλοί φίλοι μέχρι τα είκοσι μας χρόνια. Δυστυχώς, λίγο οι σχολές μας, λίγο ο ζηλιάρης γκόμενος της, λίγο και η μαλακία που με έδερνε εκείνη την περίοδο, καταλήξαμε να κόψουμε επαφή για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι, αυθόρμητα, όπως αποφασίζει κάποιος να ανάψει τσιγάρο ή να παραγγείλει άλλο ένα ποτό. Που και που, κάποιο μήνυμα μου θύμιζε την ύπαρξή της, όμως ποτέ δεν κανονίσαμε να «αράξουμε» ξανά, όπως παλιά. Το ρήγμα φάνταζε μοιραίο.

 Τελικά όμως, την είδα για μία ακόμη φορά.

 Υποθέτω πως την πήρε τηλέφωνο κάποιος συγγενής ή φίλος. Ίσως κάποιος που να ήξερε πόσο πολύ θα είχα ανάγκη να την δω εκείνη την στιγμή. Δεν είμαι σίγουρος… Οι λεπτομέρειες μου διαφεύγουν. Η μνήμη μου είναι θολή, όμως θυμάμαι τα αίματα, θυμάμαι το μούδιασμα της νάρκωσης, θυμάμαι τον πόνο. Η εικόνα του φορτηγού να έρχεται με ανεξέλεγκτη μανία καταπάνω στο αυτοκίνητό μου είχε αποτυπωθεί στα μάτια του νου μου, όση ώρα ήμουν αποβλακωμένος.

 Θυμάμαι την Αφροδίτη να κλαίει πλάι μου στο κρεβάτι. Την θυμάμαι να ξεσπάει σε λυγμούς όταν ο γιατρός με ενημέρωσε πως δεν θα μπορούσα να περπατήσω ξανά.  Δεν την είχα δει ξανά έτσι.

 Εγώ δεν μπορούσα να κλάψω. Ύστερα από εκείνη την μέρα, πότε μου δεν επέτρεψα σε κάποιο γαμημένο δάκρυ να κυλήσει άδικα.

 Τις μέρες που πέρασαν έπειτα από την παραμονή μου στο νοσοκομείο, ερχόταν συνέχεια να με επισκεφτεί. Όμως εγώ, μέσα στην μεθυσμένη πίκρα μου, την έδιωξα με τα σκληρά μου λόγια, κατά την διάρκεια της -τελευταίας- επίσκεψής της. Έλεγα πως δεν χρειαζόμουν την βοήθεια κανενός, ούτε τον οίκτο της. Χωρίς την θέληση μου, μεταμορφώθηκα σε μία ακραία, θλιβερή, σακάτικη εκδοχή της Αφροδίτης. Δεν ήθελα ανθρώπινη συντροφιά. Δεν ήθελα κάτι που μου θύμιζε τι είχα, και τι έχασα. Έτσι, δεν απαντούσα στα τηλέφωνά της, δεν της έστελνα μηνύματα και όταν τελικά κατέφυγε στην ύστατη λύση και χτύπαγε με απελπισία το κουδούνι μου, δεν της άνοιξα ποτέ.

 Τα χρόνια πέρασαν, η πίκρα και η μοναξιά έγιναν τρόπος ζωής. Τα τηλέφωνα σταμάτησαν, μαζί με οποιοδήποτε σημάδι ενδιαφέροντος.  Έτσι έλεγε άλλωστε και το τελευταίο μήνυμα στον τηλεφωνητή, με τρεμάμενη φωνή:

«Δεν αντέχω άλλο ρε Γιάννη. Δεν μπορώ άλλο αυτή την κατάσταση… Τρελαίνομαι, με καταλαβαίνεις; Άσε με να σε βοηθήσω! Δεν μπορώ, δεν μπορώ… Το ξέρεις πως σ’αγαπάω. Ό,τι κι αν θες να μου πεις, απλά πες το μου… Θα είμαι πάντα εδώ για σένα, αρκεί απλώς να μου το πεις, απλώς να πάρεις ένα γαμημένο τηλέφωνο! Δεν αντέχω…»

Δεν την πήρα ποτέ.

Κάθε μέρα που περνάει σκέφτομαι να επανορθώσω. Όμως γνωρίζω πως πλέον είναι αργά.

Τα βράδια που με βρίσκουν να πίνω ουίσκι παρέα με την ψευδό-περηφάνια μου και το άψυχο, ψυχρό καροτσάκι μου, είναι τα ίδια βράδια που βρίσκω τον εαυτό μου να μετανιώνει. Κλειδώνει τις αναμνήσεις και κάπως έτσι, με ένα πλάκωμα στο στήθος, αποχαιρετά την Αφροδίτη.

 

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Ο Εθισμός


Ήταν ο καιρός. Ναι, ο καιρός ήταν. Αυτός πρέπει να έφταιγε για την διάθεσή του. Ο γκρίζος ουρανός πάντα του προκαλούσε κατάθλιψη. Έκρυψε το πρόσωπό του στην ασφαλή αγκαλιά της κουκούλας του και συνέχισε να περπατάει.

 Έχωσε τα χέρια του στις τσέπες και έψαξε για κανένα ψιλό. Βρήκε μόνο χνούδια. Η κυβέρνηση. Ναι, η κυβέρνηση έφταιγε. Το σύστημα, μάλλον. Το σύστημα τον κατάπιε και δεν του έδωσε τίποτα ως αντάλλαγμα.
 Πως θα έβρισκε τώρα αυτό που ήθελε;

 Βρήκε μία παρέα αγοριών, γύρω στην εφηβεία, που άραζε στην πλατεία. Στην πλατεία του. Κοίταξε τριγύρω, μπάτσοι δεν υπήρχαν. Τους πλησίασε.

 Το πρόσωπο του άλλαξε έκφραση. Οι κινήσεις του απέκτησαν μεγάλη νευρικότητα, ενώ μια μίξη λέξεων και σάλιων ξεπετάγονταν σαν σφαίρες από το στόμα του. Ξεστόμιζε απειλές, βρισίδια. Δεν ήταν ο εαυτός του. Έμοιαζε με δαίμονα.  Έπιασε ένα αγόρι από τον σβέρκο. Ο μικρός ένιωσε τα μακριά, κιτρινισμένα νύχια του διαβόλου να βιάζουν το πετσί του. Τον πέταξε απότομα προς το μέρος των φίλων του, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να κατουρηθούν πάνω τους. Έπειτα από αυτό το ντελίριο, έβγαλε μία σύριγγα από την τσέπη του μπουφάν του και την κούνησε απειλητικά προς το μέρος τους. Τα παιδιά του έδωσαν τα λεφτά τους και έφυγαν τρέχοντας.

 Κοίταξε τα χρήματα. Τα έσφιξε γερά στην παλάμη του. Ήταν αρκετά.

 Ένιωθε απαίσια. Ήθελε να κλάψει, αλλά δεν είχε χρόνο. Η πρέζα. Ναι, η πρέζα έφταιγε. Χωρίς αυτήν δεν θα ήταν έτσι τα πράγματα. Έμπλεξε. Έπαιξε με την φωτιά και η φωτιά τον κέρασε εγκαύματα τρίτου βαθμού. Ο δράκος τον είχε νικήσει στον αγώνα τους, και το έπαθλο ήταν η ψυχή του. Παρόλα αυτά έπρεπε να κυνηγήσει για άλλη μια φορά την σκόνη, οπότε έφυγε για να βρει τον άνθρωπό του.

 Η φάση κύλησε ρολόι. Πήρε αυτό που ήθελε και ο τυπάκος τον προσκάλεσε σπίτι του, να πιούνε μαζί. Δέχτηκε. Η διαδικασία γνωστή, κουταλάκια, σύριγγες, μαλακίες. Το μόνο που τον ένοιαζε, ήταν  το κλάσμα του δευτερολέπτου στο οποίο ένιωσε για ακόμη μία φορά το υγρό να εισβάλλει στις φλέβες του, να νοθεύει το πορφυρό αίμα του, να πλημμυρίζει το νευρικό του σύστημα και να εμβολίζει την καρδιά του με κτύπους ηδονής, ευφορίας, ζωής.
 Ήταν ξανά ζωντανός!
Κατάφερε ξανά να ξεφύγει από την μόνιμη νεκρική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ανθρώπινο είδος. Η αλήθεια είναι πως είμαστε όλοι πεθαμένοι, και η πραγματικότητα είναι ο επιθανάτιος ρόγχος μας. Οι άνθρωποι έχουν καταντήσει ζωντανοί-νεκροί, με γραβάτες και πιστωτικές κάρτες, και αυτό το ήξερε καλά.

 Η κοινωνία. Ναι, η κοινωνία φταίει.  Τοποθετεί τους ανθρώπους σε εργοστασιακούς κυλιόμενους διαδρόμους, με ταμπέλες και σειριακούς αριθμούς στα πίσω μέρη των εγκεφάλων τους. Καταστρέφει κάθε απόπειρα μοναδικότητας και σκέψης έξω από τα καθορισμένα κουτιά. Αυτός είχε ξεφύγει.

 Τώρα πέρασε στο επόμενο συνηθισμένο στάδιο, όπου ένιωθε την ευφορία να τον εγκαταλείπει, και ξεκίνησε τις υποσχέσεις στον εαυτό του πως τελείωσε με τα ναρκωτικά. Ήξερε πως ήταν ψέματα. Είχε αρπαχτεί από κάτι το οποίο τον βοηθούσε να δραπετεύει, να ξεχνάει, να τον ξεχνάνε, από κάτι σταθερό, κάτι στο οποίο μπορούσε να βασιστεί, κάτι το οποίο δεν θα τον εγκατέλειπε ποτέ. Οι άνθρωποι το κάνουν συνέχεια, με οποιαδήποτε φανατική ασχολία, όπως οι ταινίες, το τάβλι, το σεξ. Όμως το δικό του «κάτι» αναβαθμίστηκε σε αυτοσκοπό της ύπαρξής του. Η πρέζα ήταν πλέον η οικογένεια του. Και αυτό δεν του άρεσε. Χαμογέλασε πικρά και άναψε τσιγάρο.

 Ήξερε πως θα κατέληγε.
Και γι’αυτό δεν έφταιγε ο καιρός, η κυβέρνηση, η πρέζα ή η κοινωνία.
Έφταιγε μόνο ο εαυτός του.