Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Ο Εθισμός


Ήταν ο καιρός. Ναι, ο καιρός ήταν. Αυτός πρέπει να έφταιγε για την διάθεσή του. Ο γκρίζος ουρανός πάντα του προκαλούσε κατάθλιψη. Έκρυψε το πρόσωπό του στην ασφαλή αγκαλιά της κουκούλας του και συνέχισε να περπατάει.

 Έχωσε τα χέρια του στις τσέπες και έψαξε για κανένα ψιλό. Βρήκε μόνο χνούδια. Η κυβέρνηση. Ναι, η κυβέρνηση έφταιγε. Το σύστημα, μάλλον. Το σύστημα τον κατάπιε και δεν του έδωσε τίποτα ως αντάλλαγμα.
 Πως θα έβρισκε τώρα αυτό που ήθελε;

 Βρήκε μία παρέα αγοριών, γύρω στην εφηβεία, που άραζε στην πλατεία. Στην πλατεία του. Κοίταξε τριγύρω, μπάτσοι δεν υπήρχαν. Τους πλησίασε.

 Το πρόσωπο του άλλαξε έκφραση. Οι κινήσεις του απέκτησαν μεγάλη νευρικότητα, ενώ μια μίξη λέξεων και σάλιων ξεπετάγονταν σαν σφαίρες από το στόμα του. Ξεστόμιζε απειλές, βρισίδια. Δεν ήταν ο εαυτός του. Έμοιαζε με δαίμονα.  Έπιασε ένα αγόρι από τον σβέρκο. Ο μικρός ένιωσε τα μακριά, κιτρινισμένα νύχια του διαβόλου να βιάζουν το πετσί του. Τον πέταξε απότομα προς το μέρος των φίλων του, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να κατουρηθούν πάνω τους. Έπειτα από αυτό το ντελίριο, έβγαλε μία σύριγγα από την τσέπη του μπουφάν του και την κούνησε απειλητικά προς το μέρος τους. Τα παιδιά του έδωσαν τα λεφτά τους και έφυγαν τρέχοντας.

 Κοίταξε τα χρήματα. Τα έσφιξε γερά στην παλάμη του. Ήταν αρκετά.

 Ένιωθε απαίσια. Ήθελε να κλάψει, αλλά δεν είχε χρόνο. Η πρέζα. Ναι, η πρέζα έφταιγε. Χωρίς αυτήν δεν θα ήταν έτσι τα πράγματα. Έμπλεξε. Έπαιξε με την φωτιά και η φωτιά τον κέρασε εγκαύματα τρίτου βαθμού. Ο δράκος τον είχε νικήσει στον αγώνα τους, και το έπαθλο ήταν η ψυχή του. Παρόλα αυτά έπρεπε να κυνηγήσει για άλλη μια φορά την σκόνη, οπότε έφυγε για να βρει τον άνθρωπό του.

 Η φάση κύλησε ρολόι. Πήρε αυτό που ήθελε και ο τυπάκος τον προσκάλεσε σπίτι του, να πιούνε μαζί. Δέχτηκε. Η διαδικασία γνωστή, κουταλάκια, σύριγγες, μαλακίες. Το μόνο που τον ένοιαζε, ήταν  το κλάσμα του δευτερολέπτου στο οποίο ένιωσε για ακόμη μία φορά το υγρό να εισβάλλει στις φλέβες του, να νοθεύει το πορφυρό αίμα του, να πλημμυρίζει το νευρικό του σύστημα και να εμβολίζει την καρδιά του με κτύπους ηδονής, ευφορίας, ζωής.
 Ήταν ξανά ζωντανός!
Κατάφερε ξανά να ξεφύγει από την μόνιμη νεκρική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ανθρώπινο είδος. Η αλήθεια είναι πως είμαστε όλοι πεθαμένοι, και η πραγματικότητα είναι ο επιθανάτιος ρόγχος μας. Οι άνθρωποι έχουν καταντήσει ζωντανοί-νεκροί, με γραβάτες και πιστωτικές κάρτες, και αυτό το ήξερε καλά.

 Η κοινωνία. Ναι, η κοινωνία φταίει.  Τοποθετεί τους ανθρώπους σε εργοστασιακούς κυλιόμενους διαδρόμους, με ταμπέλες και σειριακούς αριθμούς στα πίσω μέρη των εγκεφάλων τους. Καταστρέφει κάθε απόπειρα μοναδικότητας και σκέψης έξω από τα καθορισμένα κουτιά. Αυτός είχε ξεφύγει.

 Τώρα πέρασε στο επόμενο συνηθισμένο στάδιο, όπου ένιωθε την ευφορία να τον εγκαταλείπει, και ξεκίνησε τις υποσχέσεις στον εαυτό του πως τελείωσε με τα ναρκωτικά. Ήξερε πως ήταν ψέματα. Είχε αρπαχτεί από κάτι το οποίο τον βοηθούσε να δραπετεύει, να ξεχνάει, να τον ξεχνάνε, από κάτι σταθερό, κάτι στο οποίο μπορούσε να βασιστεί, κάτι το οποίο δεν θα τον εγκατέλειπε ποτέ. Οι άνθρωποι το κάνουν συνέχεια, με οποιαδήποτε φανατική ασχολία, όπως οι ταινίες, το τάβλι, το σεξ. Όμως το δικό του «κάτι» αναβαθμίστηκε σε αυτοσκοπό της ύπαρξής του. Η πρέζα ήταν πλέον η οικογένεια του. Και αυτό δεν του άρεσε. Χαμογέλασε πικρά και άναψε τσιγάρο.

 Ήξερε πως θα κατέληγε.
Και γι’αυτό δεν έφταιγε ο καιρός, η κυβέρνηση, η πρέζα ή η κοινωνία.
Έφταιγε μόνο ο εαυτός του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου